Top Definition
the space left between the person usin the ATM and the first person in the queue behind them.
mj:"dude, hurry up , or we are done for."

aks:"hold on, i m next to buckstop."
από its_aks 4 Νοέμβριος 2005
n. Someone who takes final responsibility.
As, 'the buck stops here'
She was the buckstop for planning the party.
από mollytim 13 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.