Top Definition
Originated in Tahlequah, Oklahoma by a man named Johnny bukkaki. Bukkaki is when a woman is ejaculated on by 3 or more men, most women say its the most intense pleasurable euphoria they've ever experianced, to which leads to an addiction.
The example is to use your imagination in a bukkaki
από slave-hoofs 2 Νοέμβριος 2013
1 Word related to bukkaki

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×