(n) A fart.
He released a bum burp immediately after consuming the beans.
από keyshaw 4 Ιούνιος 2004
An audible emission of methane from the anal sphincter of an infant.
After breast-feeding, it's important to burp your baby. Also, they will probably bumburp.
από Bostonyian 23 Φεβρουάριος 2008
A slang and logical synonym word meaning 'fart.' Can be used as a verb 'bumburped.'
Do you see the bubbles near Jimmy in the pool? He must have bumburped.
από Mindalay 17 Μάιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×