Top Definition
Someone who irritates you so much they block your asshole, rendering you unable to shit. Originated in Britain (logically).
"You fucking bumclot!"
"Yesterday, I shat a monkey. 'Twas the source of my bumclot"
"I would like you to sodomize me but I'm suffering from a bumclot"
από The Sexy Chemist 9 Νοέμβριος 2006
5 Words related to bumclot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.