Top Definition
Someone who fiddles with their own bums or a mates bum.
Roger: "I went into Frankie's room and he was fingering himself."

Jermaine "That dude is a bumfiddler"
από jeremiah1234 28 Μάρτιος 2010
Derogatory. One who handles their anus for recreation. Similar in use to wanker.
"That bum-fiddler just cut me up."
από hannahsmetana 13 Απρίλιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.