Top Definition
An adjective used to describe a feeling of depression or extreme sadness. Not to be confused with the feeling of being "bummed". To be "bummered" is a stronger feeling than being "bummed".
Brittani was bummered because school was starting so soon and she hadn't had a chance to hang out with her friends at all during the summer.
από Petras Cordnava 9 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×