Top Definition
An inexperienced young female / male rimpod, who perfers (or not) engauging in rough anal sex "a pounding" by means of inanimate objects. The use of dildo's; the unsheathed butt cap of a badminton / tennis racket, paddleball grips and splintering wooden flag poles to name a few.
"Glory and sacrifice", shouted the novice bung podling as the Master Reampod did the nasty.
από Tbird 21 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×