Top Definition
Noun (BOON-GULL)

A journey or trip that is made to a sequence of playgrounds. A bungul is oftenly made when somebody is bored.
"We took a bungul from Guyer Field to Pinti Field and back to Denti."
από Zakk Kang 26 Ιούνιος 2009
4 Words related to bungul

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×