Top Definition
To bust someone's ass. To severely beat them in a particular activity. Often used when speaking about sports.
Damn, Chris Paul just hit another And 1. He is busting ass right now.
#busting ass #beating ass #ass beating #butt kicking #ass kicking
από packman889 24 Απρίλιος 2011
5 Words related to busting ass
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×