Top Definition
(n) A person that is certainly savy with their anal tendensies, one who enjoys the sensation of anal pleasure.
Alan, a gay man, is considered a buttclever because he enjoys recieving anal sex.
από Doug Schle 13 Ιανουάριος 2009
5 Words related to buttclever

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.