Top Definition
(V.) The act of fuddling another persons butt. This can be man on woman, woman on man, man on man, and woman on woman.
After a romantic date with Ashley, I went back to her house and I butt fuddled her.
από SparkyT 8 Μάιος 2014
The fuddling of ones butt. A physical or handshake for your butthole.
That doctor completely buttfuddled me.

I was bored so I decided to buttfuddle the dog.
από HelpMeIveBeenFuddled 24 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.