Top Definition
"Pussy whipped" for the gay community. When one is a slave to their partner or former partner and will do anything they ask.
Clay: Where's Jared?
Jon: Helping his ex move.
Clay: Man, he is so butthole whipped.
από ClayUD 25 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×