Top Definition
the willful retention of noxious emissions from the butthole, or the habit of refraining from farting.
The female sex suffers a much greater risk for spontaneous combustion due to their predisposition to buttholstering.
από tblank 9 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.