Top Definition
An unkempt person; grunge type; a lack of cooth crass.
A person who dresses, speaks and acts in a manner of devil may care.
από Michael Cognata 9 Φεβρουάριος 2005
2 Words related to cacaboy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.