Top Definition
To laugh loudly and obnoxiously.
Seeing that his plan to take over the world was about to actually work, the evil overlord cachinated with glee
#laugh #cachination #guffaw #maniacal laughter #cackle
από HPL 14 Μάιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×