Top Definition
a truce between an employee and employer, when then employee cant work for the employer for obvious reasons but is willing to not slander the employer in an effort to make a truce.
alex: that company wont leave me alone unless i work for them.
mellissa: why dont you just make a caci with them.
από dougmiller 22 Φεβρουάριος 2009
1 more definition
"noun" An alcoholic beverage.
από payboi bunny 8 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×