1. To defecate - the process of emptying one's bowels of feces.

2. Laughing very hard.
2. It was so funny we were cacking ourselves laughing.
από sholland 29 Ιούλιος 2008
Top Definition
laughing so hard you shit yourself
chesh said: im cacking myself

adam replied: thats so boot
από gertrude (geraldines sister) 12 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.