Top Definition
The act of being kicked or kicking someone in the nuts.

Past tense: Cacklesacked

I totally cacklesacked little Jimmy yesterday on the playground.

I was cacklesacked a week ago.
από Brent, Patrick, Ty, Lance, Austin 20 Μάρτιος 2008
5 Words related to cacklesack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×