Top Definition
1. the state of cackling.

2. the state of wanting to cackle.

3. the state of having periodic bursts of cackles
just look up the word cackle.

"I am feeling very cackley today," the witch said.
You know, before she burst into cackles.
από Cheshire Sockings 12 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.