Top Definition
1. Referred to a chicken.
2. Could describe a woman who nags a lot or talks too much.

1. Let's go to get a 15 piece bucket of cackling ho and don't for get the hot sauce.

2. Ain't nothing but a bunch of cackling ho(s) in this party!
από kt357 26 Δεκέμβριος 2007
5 Words related to cackling ho

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×