Top Definition
Gay, homosexual, a person who inserts his penis into another mans cakpipe (asshole)
Ur such a cackpipe cowboy!!
από ASS WIPE 19 Ιούνιος 2004
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×