Top Definition
(n)1.An ancient device of torture used by Norwegian Pirates, in which the victims genitallia were placed in a vice-like apparatus. 2.A true douchebag.
1. Yaarrgghh!! Walk the plank or suffer the cacksmasher!
2. Seriously, that Paine kid is a real cacksmasher. He just molested my Uncle Clarence.
από Hanzeus 24 Σεπτέμβριος 2003
5 Words related to cacksmasher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.