Top Definition
(n) A prolonged visit to the cafeteria. Often spent talking and hanging out with people, not necessarily eating. Derived from a shortened version of the word "cafeteria" and the action one is primarily engaged in during one.
Kevin and I had a three-hour long caf-sit last night.
από tsamneb 7 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.