Top Definition
1. A combination of "cak" and "poon"; someone being a dick and a vagina at the same time.
He pussed out and was being a fuck about it. What a cakapoon.
από Alyssa Willis 21 Οκτώβριος 2007
5 Words related to cakapoon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.