Top Definition
1. a retarted or deformed penis. abnormal in shape, size or feel,

2. offensive critisism,

(also see cak, tard)
1. my doctor says i have a "caktard"

2. blake is a caktard for hitting my car
από cory 14 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×