Top Definition
A loose woman, more accurately, a prostitute. Comes from the fact that they wear cheap sweet perfume.
I'm so lonely I might call me a candy perfume girl tonight.
από Raylit 15 Σεπτέμβριος 2009
6 Words related to candy perfume girl

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.