Top Definition
Olde English spelling of "kafuffle".

(k∂-fuph-eal) n. A large group hysteria, multiple person misunderstanding, a clusterfuck.
Person 1- "Then the whole room realized he had removed his pants."

Person 2- "Quite a caphuffal ensued."
από Amalmusic 21 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.