Top Definition
To surrender.
I think the word capitulate is french.
από MuzlFlash 1 Σεπτέμβριος 2003
To defecate on one's own person /inside clothing.

To lose control of one's bowel function.
Laura just capitulated.
από Davey from Dictionary Corner 25 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.