Top Definition
Card·in·al·ism : noun
The knowledge and belief that it is good to begin well, but better to end well.
Remembering the pitfalls due to his arrogance of the past, he remembers to pace himself and allow cardinalism be his guide.
από Bluborn 18 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×