Top Definition
a large sum of money.
Man, I just spent some cash cashional on them new 24's on my truck.
#money #dough #skrilla #paper #cheese #bread #greens
από Maaan Hol Up 11 Δεκέμβριος 2007
7 Words related to cash cashional
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×