Top Definition
1) A person or institution whose primary concern is making money, or 2) a person or institution who discriminates against certain people based on the amount of cash they own or make (their class).
"This machine fills cashists," a play on folk guitarist Woody Guthrie's famous saying "this machine kills fascists."
από Tiberius Gracchus 13 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×