Top Definition
In spanish, the act of masturbating.
Acabo de hacerme una casqueta. (I just masturbated)
από SapoTeton 5 Δεκέμβριος 2008
4 Words related to casqueta

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×