Top Definition
To castrate (to remove the testes or ovaries) and ostracize (to exclude from society, friendship, conversation, privileges, etc) someone for a dick/bitch movie he/she has done.
"Did you hear that Todd cheated on Susan?"
"Yeah, he has definitely been castracized."
από magpie1791 26 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.