Top Definition
One who has a loud, public conversation on a cell phone w/ total disregard of who's listening.
I heard some cell walker arguing w/ her mother while in the check out line. Geesh!
από markodorko 10 Ιούλιος 2009
5 Words related to cell walker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.