Top Definition
An act where all the garbage accumulated throughout the course of a period of time is concentrated into a massive pile.
The pyramids were originally a massive centerpile job.
από Joseph William B 12 Μάιος 2009
5 Words related to centerpile job

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×