The sexual act of three or more people in a chain giving each other rimjobs.
Me and my friends last night decided to go centipeding with some hookers.
από Riley Wik 24 Δεκέμβριος 2010
Top Definition
having sex with one hundred women
A centennial is 100 years, because centipeding means having sex with 100 women
από bubchub 1 Οκτώβριος 2010
The act of shoving a centipede inside a man's penis.
Hey Arshan does your mom like it when I'm centipeding her?
από Poopiecacah 18 Ιούλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×