Top Definition
Noun: An open-mouth smile that shows only the top row of teeth, thereby giving the appearance that the person looks like a cartoon character on a cereal box.

Verb: To cause someone the loss of the bottom row of teeth, through curb stomping or other means.
Tony got a cereal face for felching the sheriff's daughter behind the dumpster at Red Lobster.
από ectofunky 14 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.