Top Definition
1. A male chach.
2. An exceedingly chachy person.
"All that chachdick ever talks about is Jager bombs and Nickelback."
#chach #chachy #douchechach #chacherelli #chachbag
από Reusch 14 Απρίλιος 2008
5 Words related to chachdick
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×