(sha-sheet-oh)-to dress in attire that doesn't match, or out of style.
socks and sandles- CHACITO!
turtle necks and sweaters- chacito
big ugly white helmets, with a fatty strap- chacito
my pajamas- chacito
long socks and capris- chacito
white after labor day- chacito
undies peeking over pants- chacito
turquoise houses- chacito
shoulder pads- chacito
από kneepads 20 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×