Top Definition
To participate in the act of having sex.
Im in the mood to chackah with my chodie real bad.
από Karly Carli 4 Μάρτιος 2008
7 Words related to chackah

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×