1. n. Meat of a undefined sort, as often found in take-out meals.
1. I had a chacken burger for lunch and shat myself stupid for dinner.
από Badman 14 Απρίλιος 2005

6 Words Related to chacken

vernacular for any type of Gallus Domesticus (chicken).
"mmmm...dip these are good chacken wangs" or
"give me some more chacken straps"
από Ramtard 8 Σεπτέμβριος 2006
a term used to describe someone who is incoherent or acting stupid,
Are you listening to me chacken?
από Brandon 7 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×