Top Definition
The act of forcible charity.
I didn't really want to buy this painting but I felt really bad for the artist, even though the artist blocked my doorway and wouldn't leave until I paid him. The artist charaped me.
από What Da Phuk 9 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to charape

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×