simply, an egg.
man, those eggs are the biggest bunch of chats i've ever seen!
από soula 23 Νοέμβριος 2003
Way to pick up chicks.
Dude, I'm lonely, I'm going to go chat.
από SterFry 30 Απρίλιος 2003
To steal, or shoplift, from a persons, or merchandise of purchase. A code-word usually used only by sophisticated Asian thieves.
"That faggots' got a pound of weed on him, CHAT!"

"Thats the charger I need for my iPod! CHAT!"

από jay988 2 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×