Top Definition
Chav cut off from the social after conviction for theft or looting; alt: chav who can't afford the cell phone bill, but carries one anyway about pretending to talk to his non-existent crew.
He's only come out of the courthouse with his mum at his side; the lad's a fookin chav-not.
από owngoal 17 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×