Top Definition
the girl that a guy cheats on his gf, spouse, ect. with.
Kissing that married guy made her a cheatette.
από sporty_girl_90 4 Αύγουστος 2009
5 Words related to cheatette

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×