Top Definition
adj, adv:
1. of or having to do with chemistry
2. really fucking complicated
That magic stuff that goes on in making twinkies is chemicular.
από semperworking 27 Ιανουάριος 2005
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×