Ψάξε όποια λέξη θες, όπως ratchet:
 
1.
a small amount, a pinch, a hint of flavour
She added just a chewps of salt to the recipe.
από Camille Davey 25 Μάρτιος 2006
 
2.
to break akward silences
...



*chewp?!*
από ANNA 10 Σεπτέμβριος 2003