Top Definition
combined term of chickenhead,slut and whore : who perform sexual favors to anybody that is interested.Meaning greased up sex,sex,oral sex.
A chickenslore who likes to be greased up.
από nWoStormy 2k9 23 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to chickenslore

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.