Top Definition
The act of a guy spanking a girls ass with his member as he is ejaculating. Typicaly done at the start of the crack, just above the brown eye
That chick was so fine I chiliwhipped her ass.
από hybrid 13 Οκτώβριος 2004
2 Words related to chiliwipped

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×