Top Definition
One who engages in illicit drug use only on the weekends, usually because they have day jobs during the week.
Saturday night and the venue is filled with chill pilgrims who just scored E from that shipment that came down the 5 from Vancouver.
από Noir 28 Ιούνιος 2005
1 Word related to chill pilgrim

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.